ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Αθήνα - Μάρτιος 2020

  1. ΠΡΟΪΜΙΟ

    1. Αρχές της Τηλεγνούς ΙΚΕ - Βασικοί σκοποί

      Η Τηλεγνούς ΙΚΕ (εφεξής, Φορέας) λειτουργεί ως «Πιστωτικός Φορέας για την εκτίμηση του Πιστωτικού Κινδύνου στην Κινητή Τηλεφωνία». Ο Φορέας ιδρύθηκε το 2016 με πρωτοβουλία της COSMOTE, της VODAFONE της WIND και της Cyta (πλέον έχει απορροφηθεί από την Vodafone) η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο της Ένωσης Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας, με σκοπό τη δημιουργία ενός κοινού αρχείου με δεδομένα αφερέγγυων συνδρομητών-πελατών και τη λειτουργία Συστήματος Ανταλλαγής Πληροφόρησης ανάμεσα σε κάθε μία από τις τρείς εταιρείες κινητής, ώστε οι τελευταίες να μπορούν να προβούν σε έλεγχο φερεγγυότητας των υποψήφιων πελατών τους, με στόχο την εξυγίανση των συναλλαγών και την αποφυγή περαιτέρω ζημίας του κλάδου.

      Όπως ρητά περιγράφεται στο Καταστατικό της Τηλεγνούς (Άρθρο 2 – Σκοπός), ο σκοπός της συνίσταται «στη σύσταση και λειτουργία κοινού αρχείου με δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς (ασυνέπειας) συνδρομητών-πελατών (φυσικών ή νομικών προσώπων) των συμβαλλόμενων εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος του υποψήφιου πελάτη για νέα σύνδεση κινητής τηλεφωνίας, καθώς και κάθε συναφής με τον παραπάνω σκοπός».

      Στο πλαίσιο αυτό, η Τηλεγνούς ΙΚΕ διαθέτει τις κατάλληλες μηχανογραφικές και λοιπές υποδομές, επαρκές προσωπικό και δίκτυο συνεργασιών (π.χ. IBM, Priority), προκειμένου να λειτουργεί και συντηρεί την εν λόγω βάση δεδομένων. Η βάση δεδομένων επικαιροποιείται σε καθημερινή βάση, μέσω αποστολής ενιαίων αρχείων από τους Παρόχους – Μέλη και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιλαμβάνουν αποκλειστικά τον ΑΦΜ, τον αριθμό διαβατηρίου (στις περιπτώσεις αλλοδαπού συνδρομητή), το ονοματεπώνυμο και τον τύπο ένταξης (Α΄ ή Β΄ κατηγορία). Η βάση μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο από τις τρείς εταιρείες κινητής (καθώς και οποιαδήποτε εταιρεία κινητής προσχωρήσει ως μέλος στο μέλλον) και μόνο κατά το στάδιο του πιστοληπτικού ελέγχου αίτησης υποψηφίου πελάτη για νέα σύνδεση.

      Η Τηλεγνούς σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί φορέα συζητήσεων ή/και διαμόρφωσης εμπορικών πρακτικών των μελών της, καθώς στο πλαίσιο λειτουργίας της δεν πραγματοποιείται κανένας άλλος, πέραν του Καταστατικού, σκοπός. Επιπλέον, o κάθε Πάροχος – Μέλος καθορίζει με τρόπο ανεξάρτητο, το πώς θα διαχειριστεί την πληροφορία που λαμβάνει από την Τηλεγνούς, για παράδειγμα αν είναι σκόπιμο, στο πλαίσιο της πληροφόρησης που έχει από τη βάση να προβεί σε συμπληρωματικά μέτρα (π.χ. να ζητήσει εγγύηση, να διαμορφώσει τους όρους του προτεινόμενου προγράμματος, τους όρους τυχόν επιδότησης) με σκοπό τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου, αλλά και την προστασία του ίδιου του υποψήφιου συνδρομητή - πελάτη.

      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η πλήρης συμμόρφωση με τους κανόνες του εθνικού και ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, αποτελεί βασική αρχή για του Φορέα. Η αρχή αυτή αντανακλάται και στον παρόντα Κώδικα.

    2. Σκοπός του Κώδικα

      Ο παρών Κώδικας αποσκοπεί στην παροχή των απαραίτητων οδηγιών στα μέλη, όργανα και εργαζόμενους της Τηλεγνούς ΙΚΕ, ώστε οποιαδήποτε ενέργεια στο πλαίσιο της να είναι σύννομη και να μην εγείρει υποψία παραβατικής συμπεριφοράς στις αρμόδιες Αρχές Ανταγωνισμού ή άλλες Ρυθμιστικές Αρχές. Ο Κώδικας είναι απολύτως συμβατός και εναρμονισμένος με το Καταστατικό της Τηλεγνούς ΙΚΕ και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να το τροποποιεί.

    3. Υποκείμενα στις διατάξεις του παρόντος πρόσωπα/όργανα

      Ο παρών Κώδικας δεσμεύει και πρέπει να τηρείται αυστηρά από:

      • Όλα τα μέλη (εταίρους) της Τηλεγνούς ΙΚΕ κατά την οιαδήποτε συμμετοχή και δραστηριότητα τους, ανεξαρτήτως του εάν αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της Καταστατικής Γενικής Συνέλευσης ή σε απλές συναντήσεις («Ομάδες Εργασίας)».

      • Όλα τα ατομικά όργανα (ήτοι Γενικός Διευθυντής/Διαχειριστής, Λογιστής, Διευθυντής/Υπεύθυνος Εργασιών) στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους στην Τηλεγνούς ΙΚΕ.

      • Την Γραμματεία και οποιουσδήποτε άλλους εργαζομένους της Τηλεγνούς ΙΚΕ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους στην Τηλεγνούς ΙΚΕ.

      Όλα τα υποκείμενα στο Κώδικα πρόσωπα/όργανα οφείλουν να λάβουν γνώση του παρόντος και να αναφέρουν στον Γενικό Διευθυντή της Τηλεγνούς ΙΚΕ οποιαδήποτε βάσιμη υποψία περί παραβίασης του Κώδικα. Οποιαδήποτε τέτοια αναφορά διέπεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας, εφόσον αυτό ζητηθεί.

      Ειδικότερα αναφορικά με το προσωπικό της Τηλεγνούς ΙΚΕ, θα πρέπει να γνωρίζει και με ποιον και πώς να έρθει σε επαφή αν προκύψουν συγκεκριμένες καταστάσεις που θεωρεί ότι ενδέχεται να συνιστούν παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας. Ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει το προσωπικό να «μιλήσει ανοιχτά», όταν έρχεται αντιμέτωπο με αμφίβολες καταστάσεις έχει αποφασιστική σημασία για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής συμμόρφωσης.

      Παράλληλα συνιστάται η ανάγνωση του παρόντος Κώδικα από ανεξάρτητους συμβούλους (π.χ. IBM, PRIORITY) στους οποίους, ουσιαστικά, ανατίθεται από την Τηλεγνούς η λειτουργία και διαχείριση της βάσης.

  2. ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

    1. Οι βασικές αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού

      Οι δραστηριότητες Φορέων, όπως η Τηλεγνούς, υπόκεινται στον έλεγχο της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση ανόθευτου του ανταγωνισμού στην αγορά και στον έλεγχο πρακτικών που τον περιορίζουν. Δυο είναι οι βασικές κατευθύνσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού:

      • πρώτον, η απαγόρευση συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού,

      • δεύτερον, η απαγόρευση πρακτικών με την οποία μια ή περισσότερες από κοινού επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται τη θέση ισχύος (δεσπόζουσα θέση) που κατέχουν στην αγορά.

      Οι ανωτέρω συμφωνίες και πρακτικές απαγορεύονται τόσο από την ενωσιακή όσο και από την ελληνική νομοθεσία περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Σε επίπεδο ΕΕ οι σχετικές διατάξεις ανευρίσκονται στα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Σε εθνικό επίπεδο πανομοιότυπες είναι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σημαντικό εδώ να σημειωθεί ότι μετά την αποκέντρωση της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ με τον Κανονισμό ΕΕ 1/2003, οι εθνικές αρχές εφαρμόζουν τα άρθρα αυτά παράλληλα με τις εθνικές τους διατάξεις, όταν η συμφωνία ή/και πρακτική που ερευνούν ενέχει το στοιχείο του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. στ’ του ν. 4070/2012 για την «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΤΟΜΕΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ» η ΕΕΤΤ εφαρμόζει τις διατάξεις του ν. 3959/2011.

      Όσον αφορά τα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν την καταγραφή και παρακολούθηση της οικονομικής φερεγγυότητας των καταναλωτών, όπως έχει κριθεί για τον τραπεζικό κλάδο,1 μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας, καθώς περιορίζουν, καταρχήν την πιθανότητα μη εξόφλησης οφειλών. Κατ΄επέκταση, αφενός, επιτυγχάνεται σχετική εξυγίανση του κλάδου (μείωση του bad dept), αφετέρου, καθίσταται ευκολότερος ο εντοπισμός καταναλωτών που ενέχουν χαμηλότερο κίνδυνο και πρέπει να επωφελούνται χαμηλότερων τιμών. Τέλος, εφόσον η πρόσβαση στη χρήση τέτοιων βάσεων δεδομένων είναι απρόσκοπτη, διευκολύνει την είσοδο ανταγωνιστών στην αγορά. Επί της ουσίας, πρόκειται ένα σύστημα, που στο βαθμό όπου δεν ανταλλάσσονται στρατηγικής φύσεως πληροφορίες (βλ. αναλυτικότερα υπό 2.2), προωθεί την αποδοτικότητα των συμμετεχουσών επιχειρήσεων επιλύοντας προβλήματα ασύμμετρης πληροφόρησης.

      Συνεπώς, η λειτουργία ενός Φορέα όπως η Τηλεγνούς, είναι απολύτως σύννομη και συμβατή με τις παραπάνω διατάξεις όταν δεν δύναται, υπό τις συνθήκες που επικρατούν στην εν λόγω αγορά, να οδηγήσει σε προσδιορισμό της θέσης στην αγορά και της εμπορικής στρατηγικής των ανταγωνιστών. Συγκεκριμένα, όπως έχει διευκρινισθεί και στην σχετική νομολογία, τα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη είναι α) ο βαθμός συγκέντρωσης της αγοράς, το κατά πόσον οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες μπορούν να οδηγήσουν, αμέσως ή εμμέσως, σε αποκάλυψη της ταυτότητας των πιστωτών, και, γ) η προσβασιμότητα των εν λόγω αρχείων.2

      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην περίπτωση της Τηλεγνούς, τα μέλη της περιορίζονται αυστηρά σε μια τέτοια θεματολογία που αφορά στο πλαίσιο λειτουργίας του Φορέα και ότι δεν την συνοδεύουν (είτε κατά την διάρκεια των συνελεύσεων τους είτε στο περιθώριο αυτών) με οποιαδήποτε συμφωνία με εμπορικό περιεχόμενο3 ή με οποιαδήποτε ανταλλαγή ευαίσθητων και εμπιστευτικών εμπορικών πληροφοριών (βλέπε σχετικά υπό 2.2). Συγκεκριμένα, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι ο κάθε Πάροχος – Μέλος της Τηλεγνούς διαμορφώνει ανεξάρτητα την εμπορική και τιμολογιακή του πολιτική αναφορικά με την αντιμετώπιση των υποψήφιων πελατών – συνδρομητών που εμφανίζονται στη βάση δεδομένων (π.χ. πολιτική εγγυήσεων), καθώς και ότι δεν θα προκύπτει, αμέσως ή εμμέσως, καμία ενημέρωση αναφορικά με το ακριβές ύψος ή τη χρονική διάρκεια του ληξιπρόθεσμου της οφειλής, καθώς και την εταιρεία έναντι της οποίας υπάρχει η οφειλή.

      Τόσο η ενωσιακή όσο και η ελληνική νομοθεσία περί ελεύθερου ανταγωνισμού προβλέπουν αυστηρές ποινές για παραβάσεις των σχετικών διατάξεων. Επισημαίνονται εδώ οι διατάξεις του ελληνικού ν. 3959/2011 περί ελεύθερου ανταγωνισμού βάσει του οποίου επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, αλλά και ποινικές κυρώσεις από την ποινική δικαιοσύνη σε περιπτώσεις παράνομης σύμπραξης (ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή) και χρηματικές ποινές στην περίπτωση της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.

      Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονισθεί ότι η Τηλεγνούς, ανεξαρτήτως του ειδικού σκοπού της, αποτελεί πλατφόρμα επικοινωνίας μεταξύ επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί, στο πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, ένωση επιχειρήσεων.

      Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2(α) και (γ) του ν. 3959/2011 η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ως 10% του κύκλου των εργασιών τους και στα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα από 200.000 ευρώ ως 2 εκατομμύρια ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφο 3 του νόμου 3959/2011, μπορούν να επιβάλλονται πρόστιμα σε ενώσεις επιχειρήσεων, που ανέρχονται μέχρι το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών των μελών τους κατά την τρέχουσα ή την προηγούμενη της παράβασης χρήσης. Εάν η ένωση δεν είναι αξιόχρεη, υποχρεούται να συγκεντρώσει εισφορές από τα μέλη της, προκειμένου να καλύψει το ποσό του προστίμου. Εάν δεν καταβληθούν οι συγκεκριμένες εισφορές εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να απαιτήσει την καταβολή του προστίμου απευθείας από καθεμία από τις επιχειρήσεις, οι εκπρόσωποι των οποίων ανήκαν στα εμπλεκόμενα όργανα λήψης αποφάσεων της ένωσης. Σε αυτήν την περίπτωση και εφόσον κριθεί απαραίτητο για την εξασφάλιση της ολοσχερούς πληρωμής του προστίμου, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να απαιτήσει πληρωμή του υπολοίπου, από οποιοδήποτε μέλος της ένωσης είχε ενεργή δράση στην αγορά, στην οποία διαπιστώθηκε η παράβαση. Εξαίρεση αποτελούν οι επιχειρήσεις, που αποδεικνύουν ότι δεν είχαν αντιληφθεί ή δεν εφάρμοσαν ή αποστασιοποιήθηκαν ενεργά από την παράνομη απόφαση της ένωσης, πριν από την έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης, όσον αφορά στην καταβολή του προστίμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών της κατά την τρέχουσα ή την προηγούμενη της παράβασης χρήσης.

      Ως προς την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα, το άρθρο 44 του ν. 3959/2011 προβλέπει, για όποιον συνάπτει συμφωνία, λαμβάνει απόφαση ή εφαρμόζει εναρμονισμένη πρακτική, κατά παράβαση του άρθρων 1 και 101 ΣΛΕΕ ότι τιμωρείται με χρηματική ποινή από 15.000 ευρώ μέχρι 150.000 ευρώ, ωστόσο εάν οι πράξεις αυτές αφορούν επιχειρήσεις που είναι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή από 100.000 ευρώ ως 1 εκατομμύριο (βλ. άρθρο 44, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο του νόμου 3959/2011). Σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.2, όποιος προβαίνει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι 300.000 Ευρώ.

      Σε περιπτώσεις καρτέλ προβλέπεται ειδικό πλαίσιο επιεικούς μεταχείρισης επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων που συνεργάζονται με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και συμβάλουν στην αποκάλυψη οριζοντίων συμπράξεων4. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παράγραφος 8 του ν. 3959/2011, υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής ή μείωσης των ως άνω προστίμων, δυνατότητα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, αν η επιχείρηση ή η ένωση επιχειρήσεων συμβάλλει στη διερεύνηση οριζόντιας σύμπραξης (πρόγραμμα επιείκειας). Αναλόγως του βαθμού συμβολής του αιτούντος στον εντοπισμό και απόδειξη της παράβασης (αρκεί να μην είναι ο «υποκινητής» του καρτέλ), παρέχεται, υπό προϋποθέσεις, είτε πλήρης απαλλαγή από την επιβολή οποιουδήποτε προστίμου (αφορά την πρώτη χρονικά επιχείρηση που συνεργάζεται και παρέχει τη μέγιστη συνδρομή), είτε μείωση του προστίμου έως και 50%. Η πλήρης απαλλαγή από την επιβολή προστίμου οδηγεί σε απαλλαγή από κάθε άλλη ποινική κύρωση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 του ν. 3959/2011.

      Σε περιπτώσεις καρτέλ (και μόνον) παρέχεται τα τελευταία χρόνια η δυνατότητα «συμβιβασμού», όπου μια ελεγχόμενη επιχείρηση παραδέχεται, εκούσια και ανεπιφύλακτα, τη συμμετοχή της στην παράβαση και διευκολύνουν με τον τρόπο αυτό τη διαδικασία της διαπίστωσης της παράβασης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Στα άρθρα 25α και 14 παρ. 2 περ. ιδ (εε) του ν. 3959/2011, προβλέπεται η δυνατότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού να θεσπίσει το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών. Με την υπ’ αριθ. 628/2016 Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις διεξαγωγής της διαδικασίας και εξειδικεύονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες που συνδέονται με αυτή. Η πρωτοβουλία για την υπαγωγή σε διαδικασία διευθέτησης διαφορών ανήκει στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Η απόφαση για την εκκίνηση ή μη της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Στην απόφαση της Επιτροπής για διευθέτηση που διαπιστώνει την παράβαση προβλέπεται η επιβολή προστίμου μειωμένου κατά ποσοστό 15%, λόγω υπαγωγής της υπόθεσης στη διαδικασία διευθέτησης, ενώ υπό προϋποθέσεις εξαλείφεται το αξιόποινο.

    2. Ανταλλαγή πληροφοριών

      Η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί τους θεσμικούς σκοπούς ενός Πιστωτικού Φορέα ελέγχου της φερεγγυότητας των υποψήφιων πελατών είναι θεμιτή και απαραίτητη.  Αντίθετα, η ανταλλαγή πληροφοριών θεωρείται παράνομη, όταν εντάσσεται σε έναν μηχανισμό παρακολούθησης και συμμόρφωσης για άλλες καθαυτές παράνομες συμφωνίες (βλέπε τα παραδείγματα της υποσημείωσης 1). Ωστόσο και η ανταλλαγή πληροφοριών καθαυτή (δηλαδή χωρίς την ύπαρξη μιας παράνομης συμφωνίας) απαγορεύεται, όταν μέσω αυτής αυξάνεται η διαφάνεια στην εμπορική πολιτική (πέρα από την υφιστάμενη διαφάνεια σε μια ολιγοπωλιακή και ρυθμιζόμενη αγορά) και έτσι δίνεται η δυνατότητα στους ανταγωνιστές να προγραμματίσουν και να συντονίσουν τις εμπορικές ενέργειές τους.5 6

      Ενδεικτικά δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης τα ακόλουθα θέματα:

      • τρέχουσα ή μελλοντική τιμολογιακή πολιτική (συμπεριλαμβανομένων εκπτωτικών πολιτικών και πολιτικών προσφορών ή εγγυήσεων),

      • καταλόγους πελατών,

      • στοιχεία κόστους,

      • όγκος παραγωγής,

      • φύση προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών,

      • πωλήσεις και προμήθειες,

      • παραγωγικό δυναμικό,

      • τα μερίδια αγοράς,

      • σχέδια εμπορίας,

      • ακριβή χρονοδιαγράμματα εισαγωγής νέων προϊόντων και τεχνολογιών.

      Σε κάθε περίπτωση οποιεσδήποτε τέτοιες πληροφορίες ανταλλάσσονται εντός της ενώσεως πρέπει:

      • να έχουν γενικό χαρακτήρα, δηλαδή να μην είναι εξατομικευμένες (ούτε να επιτρέπουν  εμμέσως, - π.χ. από τον τρόπο παρουσίασης - εξατομίκευση). Επιτρέπεται για παράδειγμα η συλλογή από την Τηλεγνούς στατιστικών δεδομένων αναφορικά με την ένταση της αφερεγγυότητας και του όγκου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στον κλάδο (ειδικά στο βαθμό που υπάρχουν τουλάχιστον τρείς Πάροχοι - Μέλη), εφόσον τα στοιχεία δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των μελών, δεν συνοδεύονται από σχόλια, αναλύσεις, παρατηρήσεις και συστάσεις και δεν αφορούν σε εξατομικευμένα στοιχεία για τον κάθε Πάροχο – Μέλος.  Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στην διαδικασία συλλογής των απαιτούμενων στοιχείων που είναι αυστηρά στεγανή για κάθε μέλος χωριστά.
        ή

      • να πρόκειται για πληροφορίες που ήδη έχουν καταστεί δημοσίως προσιτές, δηλαδή να μην έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα. Σημειώνεται εδώ η ιδιομορφία της αγοράς κινητής τηλεφωνίας όπου μέρος των παραπάνω κατηγοριών πληροφορίων δημοσιεύονται στο πλαίσιο των ισχυόντων ρυθμιστικών κανόνων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
        ή

      • να πρόκειται για δεδομένα που είναι ιστορικά, δηλαδή να είναι τόσο παλαιά ώστε να μην ενέχουν κινδύνους του ανταγωνισμού.7

    3. Επιχείρηση που διευκολύνει τη σύμπραξη (Cartel Facilitator)

      Δεδομένου ότι η Τηλεγνούς δύναται να χρησιμοποιεί εξωτερικούς συμβούλους για τους σκοπούς της και δεδομένης της σχετικής νομολογίας που επιβεβαιώνει την ατομική ευθύνη τρίτων επιχειρήσεων που τυχόν διευκολύνουν παραβιάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, θα πρέπει οι ενέργειες τόσο του Φορέα όσο και των εξωτερικών συνεργατών , όπως συμβούλων, διαχειριστών της βάσης κτλ. να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές. Ειδικότερα, θα πρέπει να απέχουν από κάθε δραστηριότητα, σύσταση, προτροπή ή υιοθέτηση ενιαίας συμπεριφοράς που ενδέχεται να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς.

      Με βάση την Απόφαση AC-Treuhand της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,8 για την διαπίστωση συμμετοχής σε καρτελική συμφωνία δεν υπάρχει απαίτηση λειτουργίας στην επηρεαζόμενη από την παράβαση αγορά – αρκεί να έχει διευκολυνθεί η σύμπραξη μέσω συμπεριφοράς που παραπέμπει σε ένωση επιχειρήσεων ή/ και σε επιχείρηση, όπως οργάνωση συνεδριάσεων, διευθέτηση διενέξεων, πρόταση μεριδίων αγοράς και απόκρυψη ενοχοποιητικών ενδείξεων.

    4. Πρακτικές Αποκλεισμού

      Μία από τις σοβαρότερες παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού που μπορεί να διαπράξει ένας Πιστωτικός Φορέας, όπως η Τηλεγνούς, είναι ο αποκλεισμός κάποιου που συμμετέχει στην αγορά ως ανταγωνιστής (Πάροχος). Κάτι τέτοιο μπορεί να ανακύψει μέσω υιοθέτησης συντονισμένης συμπεριφοράς, λ.χ. εφαρμογή σχεδίου παρεμπόδισης εισόδου ή αποκλεισμού τρίτου ανταγωνιστή, από τους Παρόχους-μέλη. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η Τηλεγνούς δεν έχει καμία ανάμειξη σε τέτοιου είδους πρακτικές, θα πρέπει να αποφεύγεται αδικαιολόγητη άρνηση εισόδου (ως μέλος) ή η πρόσβαση με μη ισότιμους (αναλογικά) όρους στον Φορέα σε πάροχο που πληροί όλες τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας και, εφόσον ο αποκλειόμενος πάροχος μπορεί έτσι να περιέλθει σε μειονεκτική θέση στην αγορά λόγω του αποκλεισμού του, να αποφεύγεται η προώθηση και υποστήριξη οποιασδήποτε θέσεως ή πρότασης δύναται να ενισχύσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα αποκλεισμού.9

    5. Αποσαφήνιση της έννοιας της συλλογικής δεσπόζουσας θέσης και κατάχρησης αυτής

      Από τις δύο βασικές κατηγορίες κανόνων της νομοθεσίας του ανταγωνισμού (βλ. ανωτέρω υπό 2.1), η δεύτερη αναφέρεται στην απαγόρευση μονομερών καταχρηστικών πρακτικών από επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση.  Στην περίπτωση μιας ένωσης επιχειρήσεων ενδιαφέρει το ενδεχόμενο συλλογικής δεσπόζουσας θέσης.10 Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με εμπορικές συμφωνίες και ανταλλαγή πληροφοριών, τα μέλη μιας ένωσης επιχειρήσεων πρέπει να αποφεύγουν να υιοθετούν κοινή πολιτική στην αγορά και να συμπεριφέρονται προς τα έξω σαν μια ενότητα.

      Τα μέλη της Τηλεγνούς οφείλουν να διασφαλίζουν ότι μεταξύ τους δεν συντρέχουν συνθήκες που θεμελιώνουν συλλογική δεσπόζουσα θέση, ιδίως με την παρακολούθηση της συμπεριφοράς των άλλων μελών και την επιβολή «κυρώσεων» στην επιχείρηση που αποκλίνει από την κοινώς επωφελή συμπεριφορά.  Ωστόσο, έχει γίνει σαφές ακόμα και από την Ελληνική νομολογία ότι τυχόν ομοιόμορφη συμπεριφορά που δικαιολογείται επαρκώς από τον ολιγοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη - πολλώ μάλλον απόδειξη – ύπαρξης συλλογικής δεσπόζουσας θέσης.11 Ήδη και εκτός πλαισίου της Τηλεγνούς, δεν έχει ποτέ τεθεί τέτοιο ζήτημα κατά την ανάλυση των σχετικών αγορών που υπαγορεύουν οι ισχύοντες ρυθμιστικοί κανόνες βάσει της Οδηγίας Πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (ex ante regulation).12 Δεδομένων των σκοπών και αρχών της, η λειτουργία και δραστηριότητα της Τηλεγνούς δεν δημιουργεί καμία προϋπόθεση για την ύπαρξη συλλογικής δεσπόζουσας θέσης.

      Περαιτέρω τονίζεται ότι η παράβαση των σχετικών κανόνων του ανταγωνισμού δεν προϋποθέτει μόνο την ύπαρξη (συλλογικής) δεσπόζουσας θέσης αλλά και την κατάχρηση αυτής.13

  3. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ, ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

    1. Συνελεύσεις των Οργάνων (Συναντήσεις – Τηλεδιασκέψεις)

    2. Όλες οι συνελεύσεις των συλλογικών και μη οργάνων (Γενική Συνέλευση, Ομάδες Εργασίας) πρέπει να:

      • διεξάγονται ανά τακτά διαστήματα, σύμφωνα με το Καταστατικό της Ένωσης ή τους άτυπους εσωτερικούς Κανόνες Λειτουργίας (βλ. Διαδικασίες διεξαγωγής Ομάδων Εργασίας),

      • έχουν ορισμένο κατάλογο θεμάτων προς συζήτηση που έχει κοινοποιηθεί γραπτώς νωρίτερα στους συμμετέχοντες  (οποιαδήποτε προσθαφαίρεση θεμάτων πρέπει να γίνεται με γραπτή επικοινωνία νωρίτερα και όχι κατά την διάρκεια της συνέλευσης των οργάνων),

      • διεξάγονται με την παρουσία Νομικού Συμβούλου,

      • περιορίζονται στα ζητήματα που αποτελούν τον καταστατικό σκοπό της Τηλεγνούς,

      • περιορίζονται στα ζητήματα που αποτελούν τον καταστατικό σκοπό της Τηλεγνούς, αποφεύγουν οποιαδήποτε θεματολογία άπτεται εμπορικών πρακτικών υπό το φως των όσων εκτέθηκαν παραπάνω στο κεφάλαιο 2.1,

      • αποφεύγουν οποιαδήποτε παροχή εμπορικών πληροφοριών υπό το φως των όσων εκτέθηκαν παραπάνω στο κεφάλαιο 2.2,

      • διακόπτουν άμεσα οποιοδήποτε μέλος παραβιάζει τις αρχές περί θεματολογίας και παροχής πληροφοριών υπό το φως των όσων εκτέθηκαν παραπάνω στα κεφάλαια 2.1 και 2.2,

      • καταγράφονται σε λεπτομερή πρακτικά για τα οποία την ευθύνη σύνταξης, διανομής, διόρθωσης και αρχειοθέτησης έχει η Γραμματεία της Τηλεγνούς.  Πέρα από προσωπικές σημειώσεις για τις ανάγκες της συζήτησης, τα μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν να συντάσσουν ατομικά πρακτικά.  Αντιθέτως, θα πρέπει να βασίζονται στα πρακτικά τα οποία διανέμει η Τηλεγνούς και στα οποία θα έχουν την δυνατότητα παρατηρήσεων πριν αυτά αρχειοθετηθούν με την τελική τους μορφή.

      Τα παραπάνω ισχύουν για τις συνελεύσεις των οργάνων και των Ομάδων Εργασίας είτε γίνονται με τη μορφή συνάντησης είτε δια τηλεφωνικής διασκέψεως.  Για τις συναντήσεις πλέον κατάλληλος χώρος είναι αυτός των γραφείων της Τηλεγνούς.  Όσον αφορά στις τηλεδιασκέψεις προτιμητέα είναι η χρήση κέντρων παροχής τέτοιων υπηρεσιών όπου η προσέλευση των συμμετοχόντων είναι σχεδόν ταυτόχρονη, κάθε συμμετέχων εισερχόμενος δηλώνει το όνομα και την ιδιότητα του.

      Τέλος ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται και σε συζητήσεις που γίνονται κατά τα διαλείμματα των συνελεύσεων των ως άνω συλλογικών οργάνων, οι οποίες επίσης δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τις αρχές περί θεματολογίας και παροχής πληροφοριών υπό το φως όσων εκτέθηκαν παραπάνω στα κεφάλαια 2.1 και 2.2.

    3. Αλληλογραφία

      Τα μέλη, τα όργανα και οι εργαζόμενοι στην Τηλεγνούς οφείλουν την δέουσα προσοχή και στην αλληλογραφία που σχετίζεται με τις δραστηριότητες του Φορέα. Ακολούθως:

      • Οποιαδήποτε αλληλογραφία για θέματα της Τηλεγνούς μεταξύ των μελών είτε ηλεκτρονικά ή με τηλεομοιοτυπία ή ταχυδρομικά πρέπει να κοινοποιείται στην  Τηλεγνούς (στον Γενικό Διευθυντή και στο Νομικό Σύμβουλο είτε απευθείας είτε κατόπιν προώθησης από τον Γενικό Διευθυντή).

      • Τα έγγραφα που συμφωνείται να τεθούν υπόψη ενός τυπικού ή άτυπου οργάνου της Τηλεγνούς πρέπει να αποστέλλονται είτε ηλεκτρονικά ή με τηλεομοιοτυπία ή ταχυδρομικά στην Γραμματεία του Φορέα και, εφόσον η θεματολογία δεν άπτεται εμπορικών-επιχειρηματικών στοιχείων14 και ο αποστολέας το επιθυμεί, απευθείας στα άλλα μέλη.  Όπου είναι αναγκαία η διανομή εγγράφων στο πλαίσιο δραστηριοτήτων της Τηλεγνούς, αυτή γίνεται με μέριμνα του ίδιου του Φορέα.

      • Εφόσον ο Γενικός Διευθυντής κρίνει, εν αμφιβολία με τη συνδρομή του Νομικού Συμβούλου της Τηλεγνούς, ότι κάποια από τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν ευαίσθητες εμπιστευτικές πληροφορίες π.χ. οικονομικά στοιχεία, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιχειρηματική πολιτική των λοιπών μελών, εφόσον περιέρχονταν σε γνώση τους, δεν επιτρέπει την κοινοποίησή τους.

      • Η Γραμματεία της Τηλεγνούς τηρεί συστηματικά αρχείο για την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία (είτε σε ηλεκτρονικό ή/και φυσικό αρχείο).

      • Η Τηλεγνούς θα πρέπει να ορίσει μια χρονική διάρκεια φύλαξης εγγράφων (τουλάχιστον πενταετής φύλαξη).  Εντός της περιόδου αυτή θα πρέπει να αποφεύγεται η οποιαδήποτε καταστροφή αλληλογραφίας (συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

    4. Αποφάσεις - Ανακοινωθέντα

      Οι αποφάσεις των οργάνων της Τηλεγνούς περιγράφονται σαφώς στα τηρούμενα πρακτικά. Αντιστοίχως, τηρούνται πρακτικά των συζητήσεων και, τυχόν, προτάσεων/συμπερασμάτων λαμβάνονται κατά τη διεξαγωγή Ομάδων Εργασίας. Οι ομάδες αυτές, στις οποίες συμμετέχουν στελέχη των Παρόχων – Μελών, λειτουργούν συμβουλευτικά προς τον Διαχειριστή και τη Γενική Συνέλευση.

  4. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

    Οι αρμόδιες Αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν μία σειρά από μεθόδους για την διενέργεια ερευνών μεταξύ των οποίων: αίτημα για παροχή πληροφοριών, ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις και επιτόπιους ελέγχους (με εξουσία πρόσβασης σε κάθε μορφής ηλεκτρονικό αρχείο και αντιγραφής αυτού). H Επιτροπή Ανταγωνισμού και η Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων επεξεργάζεται και αξιολογεί όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες που συλλέγει μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ελέγχου, τις οποίες εκκινεί είτε αυτεπαγγέλτως, είτε ύστερα από καταγγελία, είτε κατόπιν αιτήματος του αρμοδίου Υπουργού. Οι επιθεωρητές έχουν ευρείες εξουσίες για την έρευνα, η έκταση των οποίων εξαρτάται από την αρχή που έχει εκδώσει την εντολή και από τη φύση της εντολής. Για τη διεξαγωγή εθνικών ελέγχων, η εντολή θα πρέπει να παρέχεται εγγράφως και να περιέχει το αντικείμενο της έρευνας (άρθρο 39 ν. 3959/2011). Οι αρχές δεν επιτρέπεται να διεξάγουν μία αόριστη και γενική έρευνα (fishing expedition), π.χ. ερευνώντας ταυτόχρονα τυχόν παραβάσεις που δεν καλύπτονται από την έγγραφη εντολή.

    Η Τηλεγνούς είναι πάντα πρόθυμη να συνδράμει σε οποιαδήποτε έρευνα της ζητηθεί και δεν παρεμποδίζει ή καθυστερεί τον έλεγχο. Σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε διαγραφή μηνυμάτων, καταστροφή αρχείων, παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών και παραβίαση μπλοκαρισμένων λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.  Ωστόσο, τα αιτήματα των Αρχών για παροχή πληροφοριών σε σχέση με τις δραστηριότητες της Τηλεγνούς, ή κλήση σε ένορκη ή ανωμοτί κατάθεση εργαζομένου της ή απλές τηλεφωνικές ερωτήσεις από Αρχές ανταγωνισμού πρέπει να τίθενται αμέσως στην γνώση του Γενικού Διευθυντή, προτού αναληφθεί οποιαδήποτε δράση ή παρασχεθούν οποιεσδήποτε απαντήσεις ή πληροφορίες.

    Επίσης πρέπει να ειδοποιείται αμέσως ο Γενικός Διευθυντής σε περίπτωση επιτόπιου ελέγχου στα γραφεία της Τηλεγνούς. Στην περίπτωση αυτή συνιστάται και η παρουσία (εξωτερικού) Νομικού Συμβούλου. Η επικοινωνία της Τηλεγνούς με εξωτερικούς Νομικούς Συμβούλους εμπίπτει στους κανόνες περί δικηγορικού απορρήτου και η Τηλεγνούς έχει το δικαίωμα να μην παραδώσει στοιχεία (e-mails, μηνύματα, έγγραφα) που αποτελούν προϊόν νομικής συμβουλής.

    Τα μέλη, όργανα και εργαζόμενοι στην Τηλεγνούς γνωρίζουν ότι η παροχή λάθος ή παραπλανητικών στοιχείων στην αρχή ανταγωνισμού αποτελεί παράνομη πράξη που επισείει κυρώσεις (διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, καθώς και αστική αποζημίωση). Συγκεκριμένα:

    • βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 3 του Νόμου 3959/2011, μια ένωση επιχειρήσεων δύναται να τιμωρηθεί από €15,000 έως 1% του κύκλου εργασιών των μελών της σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης παροχής των αιτούμενων πληροφοριών ή σε περίπτωση παροχής ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών.  Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 5 του Νόμου 3959/2011, μια ένωση επιχειρήσεων δύναται να τιμωρηθεί από €15,000 έως 1% του κύκλου εργασιών των μελών της σε περίπτωση παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης επιτόπιου ελέγχου ή σε περίπτωση άρνησης επίδειξης των απαιτούμενων εγγράφων (διοικητικές κυρώσεις).

    • βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 7 του Νόμου 3959/2011 σχετικά με ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, η παρεμπόδιση επιτόπιων ελέγχων, η απόκρυψη στοιχείων, η παροχή ψευδών πληροφοριών, η άρνηση σε ένορκη ή ανωμοτί κατάθεση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού ή η κατάθεση ψευδών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών (ποινικές κυρώσεις).

  5. ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

    Η Γενική Συνέλευση θα πρέπει να αποφασίζει για τις μεθόδους ελέγχου τήρησης του Κώδικα καθώς και για την περιοδική ανανέωσή του ανάλογα με τις όποιες εξελίξεις και αλλαγές στην λειτουργία της Τηλεγνούς αλλά και στους κανόνες του ανταγωνισμού.  Τέτοιος έλεγχος δύναται να ανατίθεται σε μία ειδική για το σκοπό αυτό Επιτροπή με την υποστήριξη Νομικού Συμβούλου.

    Οποιαδήποτε διαδικασία ελέγχου λαμβάνει υπόψη τις εφαρμοστέες διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.


Σημειώσεις:

  1. Βλ. Απόφαση ΔΕΕ, υπόθεση C-238/05 Asnef-Equifax.

  2. Βλ. και την πρακτική στην αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, όπου δεν επιτρέπεται η μετακίνηση σε άλλο Πάροχο μη φερέγγυων πελατών (https://www.taxheaven.gr/circulars/23693).

  3. Τέτοιες είναι για παράδειγμα συμφωνίες που οδηγούν:

    • στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής. Σ’ αυτή λοιπόν την κατηγορία εμπίπτει και ο καθορισμός των εκπτώσεων, περιθωρίων κέρδους και όρων πίστωσης (π.χ συμφωνία για ελάχιστη πάγια χρέωση μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος, παροχή παρόμοιων ή ανώτατων επιτρεπόμενων εκπτώσεων σε πελάτες),

    • στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, (π.χ. συμφωνία με αντικείμενο ανώτατα ή κατώτατα όρια ή ποσοστά παραγωγής και διάθεσης ή συμφωνία με την οποία οι συμπράττουσες επιχειρήσεις παραιτούνται από την άσκηση ορισμένων ανταγωνιστικών πράξεων),

    • στην γεωγραφική κατανομή των αγορών ή στην κατανομή πελατείας ή των πηγών εφοδιασμού (προμηθευτών),

    • στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,

    • στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων,

    • στην συλλογική άρνηση παροχής υπηρεσιών ή προμήθειας (μποϋκοτάζ),

    • στην επιβολή στους διανομείς πάγιων ή ελάχιστων τιμών μεταπώλησης,

    • στην απαγόρευση παθητικών πωλήσεων σε αποκλειστικούς διανομείς.

  4. Η ΕΕΤΤ με την απόφαση υπ’ αριθμ. 563/026 υιοθέτησε το «Πρόγραμμα επιείκειας της ΕΕΤΤ, για τους όρους και τις προϋποθέσεις απαλλαγής ή μείωσης των προστίμων που επιβάλλονται σε βάρος των επιχειρήσεων που συμβάλλουν στη διερεύνηση παραβάσεων των διατάξεων του Ν. 703/1977 (νυν 3959/2011), όπως ισχύει.»

  5. Στον βαθμό που οι μετέχουσες επιχειρήσεις παραμένουν δραστήριες στην οικεία αγορά, υφίσταται τεκμήριο ότι οι επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τις ανταλλαγείσες με τους ανταγωνιστές τους πληροφορίες. Πρβλ. Υπόθεση C-8/08 T-Mobile Netherlands BV λλαγλοιποί κατά Raad van bestuur van de Nederlandse Mededingingsautoriteit [2009] ECR I-04529 [51-53].

  6. Βλ. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπ’αριθμ. 92/157/ΕΟΚ.

  7. Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής, «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας», [2011] OJ C11/1.

  8. Βλ. Απόφαση COMP/E-2/37.857, καθώς και Αποφάσεις C-194/14 P, Τ-180/15 και C-39/18 P

  9. Απόφαση Bundeskartellamt υπ’ αριθμ. B3-124/07.

  10. Μια ή περισσότερες από κοινού επιχειρήσεις έχουν δεσπόζουσα θέση, όταν κατέχουν μια θέση οικονομικής ισχύος η οποία τους παρέχει την εξουσία να παρεμποδίζουν τη διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, δίδοντάς τους τη δυνατότητα να συμπεριφέρονται σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών τους, των πελατών τους και, τελικώς, των καταναλωτών. Για συλλογική δεσπόζουσα θέση γίνεται λόγος όταν αυτή τη θέση οικονομικής ισχύος κατέχουν περισσότερες επιχειρήσεις από κοινού, οι οποίες υιοθετώντας κοινή πολιτική στην αγορά συμπεριφέρονται προς τα έξω σαν μια ενότητα.  Ο ορισμός της (συλλογικής) δεσπόζουσας θέσης στην ανάλυση για επιβολή ρυθμιστικών μέτρων (ex-ante regulation) και στην ανάλυση για διαπίστωση παραβάσεων (ex post enforcement) είναι ταυτόσημος (Βλέπε επίσης Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ‘Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την ανάλυση αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά βάσει του ενωσιακού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών’ [2018] OJ/C 159/1 παράγραφοι 65 και 66).

  11. Βλ. απόφαση υπ’αριθμ. 4048/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Βλ. επίσης, απόφαση υπ’αριθμ. 452/V/2009 της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και Απόφαση T-342/99 του ΠΕΚ (νυν Γενικό Δικαστήριο).

  12. Σημειώνεται ότι παρά την ταύτιση ως προς τον ορισμό της (συλλογικής δεσπόζουσας θέσης), ο ορισμός και η ανάλυση των σχετικών αγορών υπηρεσιών δύναται να διαφοροποιείται σε περιπτώσεις ερευνών για τυχόν παράβαση του Άρθρου 102 ΣυνθΛΕΕ ή 2 του Ν. 3959/2011 (ex post enforcement). Το άρθρο 7 της Οδηγίας Πλαίσιο 2002/21/ΕΚ σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών [2002] OJ L108/33 προβλέπει μια διαδικασία κοινοποίησης και ενημέρωσης της Επιτροπής και των λοιπών Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών μέτρων που προτίθεται να λάβει μία Εθνική Ρυθμιστική Αρχή σχετικά με, μεταξύ άλλων, αν μία επιχείρηση διαθέτει, μόνη της ή από κοινού με άλλες επιχειρήσεις, σημαντική ισχύ στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν γίνει κοινοποιήσεις στην Επιτροπή αναφορικά με τη συλλογική σημαντική ισχύ στην σχετική αγορά εταιριών κινητής τηλεφωνίας από τις Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της Μαλτας και της Ιταλίας. Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά, αναφέρουν ως παραδείγματα συλλογικής δεσπόζουσας θέσης στην αγορά αποφάσεις της Επιτροπής υπό τον κανονισμό για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ‘Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την ανάλυση αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά βάσει του ενωσιακού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών’ [2018] OJ/C 159/1 [67-71].

  13. Παραδείγματα κατάχρησης αποτελούν:

    • η επιθετική τιμολόγηση

    • η επιβολή διακριτικής τιμολόγησης σε πελάτες, χωρίς η τελευταία να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους

    • η συμπίεση περιθωρίου κέρδους των ανταγωνιστών στην αγορά της επόμενης οικονομικής βαθμίδας με την αύξηση της τιμής μιας σημαντικής εισροής στην αγορά της προηγούμενης οικονομικής βαθμίδας.

    • η άρνηση σύναψης σύμβασης με πιθανό ή διακοπή συνεργασίας με υφιστάμενο πελάτη, χωρίς να συντρέχει προς τούτο αντικειμενική δικαιολογία

  14. Βλέπε ανάλυση υπό κεφάλαιο 2.2.